«Εμείς αγόρι μου είμαστε δρακογενιά. Κοιμηθήκαμε πάνω στο χιόνι κι ανάμεσα στα σκίνα, δεχτήκαμε ιατρικές επεμβάσεις χωρίς αναισθητικό, ζήσαμε στα ξερονήσια και τις φυλακές, μάθαμε ν’ αντέχουμε. Δεν προλάβαμε να βγούμε στην κοινωνία και βγήκαμε στην Αντίσταση. Τα οράματα ερχόντουσαν από μόνα τους να σε συναντήσουν…»

«Σου εύχομαι να ζήσεις σε ενδιαφέρουσες εποχές, αυτήν την ευχή δίνουν οι κινέζοι γέροντες προς ένα νεογέννητο»

Ο Λάκης Σάντας,Απεβίωσε30 Απριλίου 2011, Αθήνα, το 1941,

μαζί με το Μανώλη Γλέζο, κατέβασαν τη χιτλερική σημαία
από το βράχο της Ακρόπολης.
Από συνέντευξή του στο περιοδικό Ε
της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.

«Στα 94 χρόνια σας ετοιμάζετε πέντε βιβλία και έχετε τη ματιά εφήβου. Πώς παραμένετε έτσι νέος και θαλερός; 

«Κάθε πρωί καταπίνω – δεν μασάω – μία σκελίδα σκόρδο. Πίνω μία λεμονάδα με μέλι. Και μετά τρώω μονάχα τρία παξιμάδια με λάδι και μαλακό τυρί. Αυτό είναι το πρωινό μου. Τρώω πέντε γεύματα την ημέρα. Δεν κάνω καταχρήσεις, ούτε στο φαγητό ούτε στο ποτό. Θεωρώ επίσης ότι η βούληση νικάει τα πάντα, ακόμη και τις ασθένειες. Οταν μετά τα βασανιστήριά μου, στις φυλακές Αβέρωφ, το 1942, γύρισα σπίτι, γέμισα μια λεκάνη αίμα. Η μάνα μου τρελάθηκε, φώναξε τον γιατρό, με εξέτασε και τον άκουσα στον διάδρομο να της λέει: «Κάντε του τη ζωή ευχάριστη διότι σε δύο-τρεις ημέρες πεθαίνει». Ερχεται η μάνα μου, της γράφω σε ένα χαρτί: «Μην ακούς τον γιατρό, μάνα, δεν πρόκειται να πεθάνω». Είχα 42 πυρετό. Περνάνε τρεις μήνες, πέφτει ο πυρετός στους 39, πηγαίνω στον γιατρό, ο οποίος, όταν βλέπει την ακτινογραφία, μου λέει να ανάψω μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι μου».

Από τη συνέντευξη με τίτλο:
Μανώλης Γλέζος: «Δεν είμαι ο μόνος ουτοπιστής, ρε παιδιά!»
Ο Μανώλης Γλέζος είναι μεγαλύτερος από τη (σημερινή) Αριστερά. Εχει κατεβάσει τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από την Ακρόπολη (μαζί με τον Λάκη Σάντα πριν από 75 χρόνια, στις 31 Μαΐου 1941),