Από την Παυλίνα Κωνσταντάρα

Σηκώθηκα απο το κρεβάτι με χαρά, έπιασα τα πορτοκαλοκόκκινα μαλλιά μου δυό κοτσίδια, ένα αριστερά και ένα δεξιά, έβαλα το φόρεμα μου και δύο διαφορετικά χρώματα κάλτσες, και έτρεξα να δώσω λίγη ζάχαρη στον κύριο Νέλσον. Το μαιμουδάκι πήδηξε πάνω στον ώμο μου και βγήκαμε μαζί απο το σπίτι μας στην ηλιόλουστη αυλή.

…ξύπνησα ιδρωμένη και μπερδεμένη. Δεν είμαι η Πίπη η Φακιδομύτη;Πρέπει απλά να σηκωθώ, να ντυθώ και να πάω πάλι στη δουλειά; Θα γίνει άραγε τίποτα φορεβό σήμερα;

Νοσταλγώ πολύ την εποχή που όλα μου φαινόντουσαν σπουδαία και κοιτούσα γύρω μου με απορία και θαυμασμό. Την εποχή που είχα ήρωες.

Δεν ξέρω αν είσασταν από τα παιδιά που βιάζονται να μεγαλώσουν, εγώ για ένα περίεργο λόγο, ποτέ δεν ήθελα να μεγαλώσω, μου άρεσε πολύ να είμαι παιδί. Ο ήρωας μου ήταν ο κύριος Άγγελος. Είχε ένα τεράστιο κήπο (αλήθεια, έχετε προσέξει πόσο τεράστιοι μας φαινόντουσαν κάποιοι χώροι όταν είμασταν μπόμπιρες;) με δέντρα, λουλούδια και λαχανικά. Έμενε δίπλα στη γιαγιά και τον παππού μου και κάθε φορά που έμενα εκεί, ξυπνούσα το πρωί, άνοιγα τη μεσαία πόρτα του κήπου και πήγαινα στο σπίτι του. Κι αυτός με περίμενε, μου έφτιαχνε τσάι και μου έδινε μια φρυγανιά. Μετά, πιάναμε δουλειά. Εγώ ήμουν η βοηθός του. Τι καλά! Άλλες φορές σκαλίζαμε, άλλες μαζεύαμε φιστίκια, σύκα, σταφύλια ή ρόδια, ανάλογα με την εποχή, άλλες φορές ξεχορταριάζαμε ή κόβαμε κλαδιά.

Ήταν η ωραιότερη δουλειά του κόσμου.

Ήξερε όλα τα λουλούδια με το όνομα τους, μου τα μάθαινε και την επόμενη ημέρα με ρωτούσε για να δει αν τα θυμάμαι. Θυμάμαι τους ήλιους, τα γεράνια, τα τριαντάφυλλα και τα αγαπημένα μου: τα σκυλάκια! Όταν είπα στο μπαμπά μου οτι θα γίνω κηπουρός όταν μεγαλώσω μάλλον δε χάρηκε πολύ γιατί άκουσα που είπε στη μαμά μου «το παιδί δε θα ξαναπάει στον τρελλόγερο». Λυπήθηκα πολύ που τον είπε έτσι γιατί ήταν άδικο. Εγώ ήμουν ευτυχισμένη εκεί μαζί του. Και δεν ήταν καθόλου τρελλός!

Τους χειμώνες δεν τον έβλεπα, και επειδή μέναμε σε διαμέρισμα και δεν είχα άλλα παιδάκια να παίξω, έβλεπα πολύ βίντεο. Η αγαπημένη μου ηρωίδα ήταν η Πίπη η φακιδομύτη. Μου φαινόταν τρομερό να μπορεί ένα τόσο μικρό κορίτσι να μένει μόνο του σε ένα σπίτι και να έχει για παρέα της ένα πίΘηκο και ένα άλογο. Ονειρευόμουν οτι είμαι η Πίπη και άρχισα να ζητάω στους γονείς μου να βάψω τα μαλλιά μου κόκκινα και να πάρουμε ένα άλογο. Κάτι μουρμούριζε ο πατέρας μου μέσα από τα δόντια του αλλά δεν κατάλαβα. Αντί για άλογο, μου χάρισαν ένα αδερφάκι για να παίζω και μου είπαν οτι δεν κάνει τα μωρά να τα βάζεις μαζί με τα άλογα και έτσι σταμάτησα να το ζητάω.

Όλοι η οικογένεια μου όμως ήταν τρομερή: ο παππούς μου ήταν γιατρός και έκανε καλά τον κόσμο. Απίστευτο;
Η γιαγιά μου έφτιαχνε τα ωραιότερα φαγητά. Τρομερό; Ο μπαμπάς μου ήταν ο πιο έξυπνος από όλους και η μαμά μου η ομορφότερη.
Πόσο τυχερή ήμουν! Να έχω γύρω μου τους εξυπνότερους και τους ομορφότερους.

Τι; και οι δικοί σας το ίδιο εξυπνότεροι και ομορφότεροι ήταν; Πως γίνεται;

Θυμάμαι ακόμα την έκπληξη που ένιωσα οταν συνειδητοποίησα οτι οι γονείς μου δεν είναι σουπερ ήρωες και δεν τα ξέρουν όλα. Μη γελάτε, ήταν μεγάλο σοκ. Δεν ήμουν προετοιμασμένη γι αυτό αν και ήμουν σχεδόν 19 χρονών. Δεν ήξερα πως να το χειριστώ. Και μετά έγινε το αναπάντεχο: έγινα εγώ ο δικός τους ήρωας. Ξαφνικά άρχισαν εκείνοι να μαθαίνουν απο εμένα, να με ρωτούν, να με ακολουθούν, να με θαυμάζουν. Ποτέ δεν έπαψαν να είναι γονείς, ποτέ δεν έπαψαν να μου μιλούν με οδηγό την αναντικατάστατη εμπειρία, αλλά πλέον συνειδητοποιώ οτι για να μείνεις ήρωας πρέπει να ξέρεις κάτι πολύ σημαντικό:πότε να κάνεις πίσω, πότε να δίνεις χώρο, πότε να αφήνεις και το παιδί σου να γίνει ένας μικρός ήρωας που μεγαλώνει.

Ευχομαι να κάνουμε παιδιά, και να έχουν και εκείνα ήρωες. Και να καταφέρουν να ονειρευτούν οτι πετάνε σαν τον Παραμυθά ή σαν τον Νιλς Χολγκερσον πάνω στην πλάτη μιας αγριόχηνας προς το Βορρά. Να βρουν γύρω τους ήρωες και να τους χαρίσουν εικόνες και ιστορίες.